Άγχος και ΙΨΔ
Φαρμακοθεραπεία του άγχους: επιλογή, παρακολούθηση και διακοπή
Η φαρμακοθεραπεία του άγχους επιλέγεται με βάση τη συγκεκριμένη διάγνωση, τη βαρύτητα και τις συννοσηρότητες. Η διάρκεια και η διακοπή της αγωγής απαιτούν σχεδιασμό και παρακολούθηση.
Η σχετική φροντίδα στο ιατρείο
Η αξιολόγηση, το θεραπευτικό πλάνο και τα όρια της παρεχόμενης φροντίδας περιγράφονται στην υπηρεσία Διαταραχές άγχους.
Η θεραπεία ακολουθεί τη διάγνωση
Η φαρμακευτική αγωγή εξετάζεται με βάση τη συγκεκριμένη αγχώδη διαταραχή, τη βαρύτητα, τη διάρκεια, τη λειτουργική επιβάρυνση και τις προτιμήσεις του ασθενούς. Προηγείται διερεύνηση συνυπαρχουσών καταστάσεων, όπως κατάθλιψη, διπολικότητα, χρήση ουσιών ή σωματική νόσος.
Η ψυχοθεραπεία και η φαρμακοθεραπεία αποτελούν τεκμηριωμένες επιλογές. Η ένδειξη και ο συνδυασμός τους προσαρμόζονται στη διαταραχή και στις ανάγκες του θεραπευόμενου.
Αποτελεσματικότητα και ασφάλεια στην ίδια εκτίμηση
Οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI) και ορισμένοι αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης–νοραδρεναλίνης (SNRI) χρησιμοποιούνται σε συγκεκριμένες αγχώδεις διαταραχές. Η ένδειξη ελέγχεται για κάθε ουσία και δεν θεωρείται κοινή για όλα τα φάρμακα της ίδιας κατηγορίας.
Η παρακολούθηση αφορά την ανταπόκριση, πιθανή αρχική αύξηση της ανησυχίας, τον ύπνο, τη σεξουαλική λειτουργία, τις αλληλεπιδράσεις και τυχόν επιδείνωση της ψυχικής κατάστασης. Η επιλογή δεν βασίζεται μόνο στην αναμενόμενη ταχύτητα ανακούφισης.
Ο ειδικός ρόλος των βενζοδιαζεπινών
Οι βενζοδιαζεπίνες δεν αποτελούν γενική λύση μακροχρόνιας αντιμετώπισης του άγχους. Η πιθανή βραχεία χρήση τους σε επιλεγμένες καταστάσεις συνεκτιμά υπνηλία, επίδραση στην οδήγηση, ανοχή, εξάρτηση και αυξημένο κίνδυνο από συνδυασμό με αλκοόλ ή οπιοειδή.
Άλλες φαρμακευτικές επιλογές δεν είναι εναλλάξιμες ούτε κατάλληλες για όλους. Ειδικότερα, η χρήση αντιψυχωσικών δεν αποτελεί συνήθη αρχική αντιμετώπιση μιας απλής αγχώδους διαταραχής και απαιτεί ιδιαίτερη τεκμηρίωση του οφέλους και των κινδύνων.
Συνέχεια της θεραπείας και προγραμματισμένη διακοπή
Η υποχώρηση των συμπτωμάτων δεν σημαίνει αυτόματα ότι η αγωγή πρέπει να σταματήσει άμεσα. Η διάρκεια καθορίζεται εξατομικευμένα, λαμβάνοντας υπόψη προηγούμενες υποτροπές, υπολειμματικά συμπτώματα, ανεκτικότητα και τις συνθήκες ζωής.
Η διακοπή οργανώνεται μαζί με τον θεράποντα και συνήθως προϋποθέτει σταδιακή προσαρμογή. Τα συμπτώματα απόσυρσης χρειάζεται να διακρίνονται από την υποτροπή. Δεν συνιστάται απότομη διακοπή ή αυθαίρετη αλλαγή αγωγής, ιδιαίτερα βενζοδιαζεπινών μετά από συστηματική χρήση.
